Ώρες κοινού: Δευ - Παρ 8:00 - 14:00

Δημοτική Ενότητα Τυμπακίου

Το Τυμπάκι, αποτελεί μία από τις τρεις δημοτικές ενότητες του Δήμου Φαιστού, ο
οποίος εντάσσεται στην Περιφερειακή Ενότητα Ηρακλείου. Ειδικότερα, ο οικισμός
του Τυμπακίου (Δημοτική Κοινότητα Τυμπακίου) αποτελεί την ιστορική έδρα του
Δήμου Φαιστού μετά από την διοικητική διαίρεση της χώρας μέσω του
προγράμματος Καλλικράτης.
Η επίσημη ονομασία είναι “το Τυμπάκιον”.
Στη Δημοτική Ενότητα Τυμπακίου εντάσσονται συνολικά 11 Κοινότητες, που
περιλαμβάνουν 22 οικισμούς.
Μέχρι το 2010, το Τυμπάκι ανήκε στο Τοπικό Διαμέρισμα Τυμπακίου, του πρώην
Δήμου Τυμπακίου του Νομού Ηρακλείου.
Το Τυμπάκι έχει υψόμετρο 38 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, σε
γεωγραφικό πλάτος 35,0694787046 και γεωγραφικό μήκος 24,7656874998.

0 Κοινότητες

Δημοτική Ενότητα Τυμπακίου​

Κοινότητα Τυμπακίου
• Αφραθιάς
• Κόκκινος Πύργος
• Τυμπάκιον

Κοινότητα Βώρων
• Βώροι

Κοινότητα Γρηγορίας
• Γρηγορία

Κοινότητα Καμαρών
• Καμάραι

Κοινότητα Καμηλαρίου
• Άγιος Ιωάννης
• Καλαμάκιον
• Καμηλάριον, το

Κοινότητα Κλήματος
• Έλληνας, ο
• Κλήμα, το

Κοινότητα Λαγολίου
• Λαγολίον, το

Κοινότητα Μαγαρικαρίου
• Καλοχωραφίτης, ο
• Κισσοί, οι
• Μαγαρικάριον, το

Κοινότητα Πιτσιδίων
• Μάταλα
• Καλαμάκι
• Πιτσίδια

Κοινότητα Σίβα Πυργιωτίσσης
• Σίβας

 

Κοινότητα Φανερωμένης
• Καλύβια
• Μονή Καλυβιανής
• Φανερωμένη

Κοινότητα Τυμπακίου
• Αφραθιάς
• Κόκκινος Πύργος
• Τυμπάκιον

Κοινότητα Βώρων
• Βώροι

Κοινότητα Γρηγορίας
• Γρηγορία

Κοινότητα Καμαρών
• Καμάραι

Κοινότητα Καμηλαρίου
• Άγιος Ιωάννης
• Καλαμάκιον
• Καμηλάριον, το

Κοινότητα Κλήματος
• Έλληνας, ο
• Κλήμα, το

Κοινότητα Λαγολίου
• Λαγολίον, το

Κοινότητα Μαγαρικαρίου
• Καλοχωραφίτης, ο
• Κισσοί, οι
• Μαγαρικάριον, το

Κοινότητα Πιτσιδίων
• Μάταλα
• Καλαμάκι
• Πιτσίδια

Κοινότητα Σίβα Πυργιωτίσσης
• Σίβας

 

Κοινότητα Φανερωμένης
• Καλύβια
• Μονή Καλυβιανής
• Φανερωμένη

Πληροφορίες σχετικά με την Δημοτική Ενότητα Τυμπακίου

Μεγάλη Γεωγρ. Ενότητα: ΝΗΣΙΑ
Αποκεντρωμένη Διοίκηση: Κρήτης
Περιφέρεια: Κρήτης
Περιφερειακή Ενότητα: ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ
Δήμος: ΦΑΙΣΤΟΥ
Δημοτική Ενότητα: ΤΥΜΠΑΚΙΟΥ
Τοπ. ή Δημ. Κοινότητα: Δημοτική Κοινότητα Τυμπακίου
Επίσημη Ονομασία: το Τυμπάκιον
Έδρα Δήμου: Μοίρες
Υψόμετρο: 38
Κωδικός Οικισμού: 7107030101
Γεωγραφικό Μήκος: 24.7656874998
Γεωγραφικό Πλάτος : 35.0694787046
Γεωγ. Διαμέρισμα: Κρήτη
Νομός: ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ
Πρώην Δήμος ή Κοινότητα: ΤΥΜΠΑΚΙΟΥ
Παλ. Όνομα Τοπ. Διαμερίσματος: Τυμπακίου

Αφραθιά. Και όμως, στην εύφορη κοιλάδα της Μεσαράς, στο νότιο τμήμα του Τυμπακίου, απλώνεται μια καταγάλανη,πανέμορφη παραλία… αυτή του Αφραθιά.Οι αμμώδεις ακτές τις σε συνδυασμό με τα αλμυρίκια που υπάρχουν εκεί, δημιουργούν ένα εξαιρετικό περιβάλλον και  προσελκύουν πολλούς επισκέπτες …Να επισημάνουμε εδώ ότι, εξαιτίας της ύπαρξης των σπάνιων αλμυρίκιων,  η παραλία έχει χαρακτηριστεί ως “περιοχή Νatura”. Η ραγδαία αλλά  ανάπτυξη της περιοχής πιστώνεται εν πολλοίς στη δημιουργία του υπερσύγχρονου οδικού δικτύου που οδηγεί στον Αφραθιά, στον οποίο αυτοκινητόδρομο εμπεριέχεται μάλιστα και ποδηλατόδρομος, για τους λάτρεις του είδους.Επίσης, το τελευταίο διάστημα έχουν αρχίσει και “ξεφυτρώνουν”  αρκετές νεόδμητες οικοδομές, σημάδι ότι η περιοχή σύντομα θα πυκνοκατοικηθεί… ελπίζουμε με σωστές προδιαγραφές και όχι άναρχα!Ο επισκέπτης του Αφραθιά μπορεί να κάνει τη βόλτα του και μέσα στο “Δασάκι”…. ένα χώρο πλημμυρισμένο από φοίνικες

Ο Κόκκινος Πύργος βρίσκεται 67 χλμ νοτιοδυτικά του Ηρακλείου, στην περιφέρεια της κωμόπολης του Τυμπακίου και εξυπηρετεί το μεγαλύτερο λιμάνι της πεδιάδας της Μεσαράς ενώ η όμορφη αμμουδερή παραλία έχει συνεισφέρει και στην τουριστική του ανάπτυξη. Στον Κόκκινο Πύργο υπάρχουν αρκετά μικρά ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια, ταβέρνες και καφετέριες. Το κλίμα στην περιοχή είναι ιδιαίτερα θερμό, γεγονός που φαίνεται από τις πολλές θερμοκηπιακές καλλιέργειες κυρίως με νωπά λαχανικά. Μπροστά από τον οικισμό υπάρχει μια πολύ μεγάλη αμμουδερή παραλία, η οποία ξεκινάει δυτικά του οικισμού και εκτείνεται για πολλά χιλιόμετρα ανατολικά, ως τον Κομό. Σε αυτή την τεράστια αμμουδιά γεννούν τους θερινούς μήνες τα αυγά τους οι θαλάσσιες χελώνες Caretta caretta, εξ ου και η δραστηριοποίηση οικολογικών οργανώσεων. Η παραλία του Κόκκινου Πύργου αρχίζει στα δυτικά από τα σύρματα του πολεμικού αεροδρομίου του Τυμπακίου και συνεχίζει στα ανατολικά ως την Αγία Γαλήνη. Το ανατολικό τμήμα, από το λιμάνι του Κόκκινου Πύργου ως το αεροδρόμιο, αποτελεί σπουδαίο υδροβιότοπο με υφάλμυρο νερό που ονομάζεται Καταλυκή.Η ονομασία Κόκκινος Πύργος οφείλεται στον πύργο που υπήρχε εκεί και ήταν χτισμένος με κοκκινόχωμα. Ο σκοπός της ύπαρξης του πύργου σ’ αυτό το σημείο είναι άγνωστος

Το Τυμπάκι (επίσημο: Τυμπάκιον) είναι κωμόπολη και έδρα ομώνυμης Κοινότητος του Δήμου Φαιστού στην Περιφερειακή Ενότητα Ηρακλείου της Κρήτης. Ήταν και έδρα της Επαρχίας Πυργιωτίσσης του νομού Ηρακλείου. Η απόστασή του από το Ηράκλειο είναι 65,5 χλμ. Κύριες ασχολίες είναι η ελαιοκομία και η καλλιέργεια οπωροκηπευτικών και ανθέων. Πολιούχος ναός είναι ο Άγιος Τίτος, ενώ υπάρχει και ναός του Αγίου Πνεύματος. Στις 25 Αυγούστου ο οικισμός πανηγυρίζει, ενώ την 1η Σεπτεμβρίου εορτάζεται η γεωργική Πρωτοχρονιά, με ομαδική έξοδο των κατοίκων στα περιβόλια που διημερεύουν. Στο Τυμπάκι βρίσκεται και ο οικισμός του Κόκκινου Πύργου. Στο Δήμο Τυμπακίου ανήκουν οι αρχαιολογικοί χώροι της Φαιστού και της Αγίας Τριάδος.

Οι Βώροι (ή Βόρροι, αν και έχει καθιερωθεί να γράφεται με ωμέγα και ένα ρω), είναι χωριό και έδρα ομώνυμης Κοινότητος του Δήμου Φαιστού στην Περιφερειακή Ενότητα Ηρακλείου της Κρήτης. Ανήκε στην Επαρχία Πυργιωτίσσης του νομού Ηρακλείου. Βρίσκεται στα νότια του νομού Ηρακλείου και 2-3 χλμ βόρεια του Αρχαιολογικού χώρου της Φαιστού, χωριό με έντονο παραδοσιακό και πολιτιστικό ενδιαφέρον. Κατά την απογραφή του 2001 είχε 755 κατοίκους. Υπάγεται στο Δήμο Φαιστού.Βρίσκεται σε υψόμετρο 60 μέτρων στην πεδιάδα της Μεσαράς. Διαθέτει μεγάλη καλλιεργήσιμη έκταση, η οποία αρδεύεται στο μεγαλύτερο μέρος της. Οι κάτοικοι ασχολούνται με την ελαιοκομία και την αμπελοκαλλιέργεια, ενώ είναι ανεπτυγμένη και η κτηνοτροφία . Μπορεί κανείς να επισκεφθεί το Μουσείο[1]Κρητικής Εθνολογίας. Ο καθεδρικός ναός είναι αυτός των Εισοδίων της Θεοτόκου. Λειτουργεί Δημοτικό Σχολείο και Νηπιαγωγείο. Η περιοχή κατοικήθηκε από την πρωτομινωική εποχή και είναι χαρακτηριστικά τα αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή. Το αρχαιότερο κομμάτι του οικισμού λέγεται “Κατωχώρι”.Στον Καστρoφύλακα αναφέρεται Vorus (K 100) με 312 κατοίκους τό 1583. Το 1881 κανείς Τούρκος δεν κατοικούσε στους Βόρους.Πιθανότατα έλαβαν το όνομά τους από το γιο του βασιλιά της Φαιστού Ραδάμανθυ, το Βώρο.Σε μικρή απόσταση βόρεια του χωριού βρίσκεται η έρημη πλέον μονή της Παναγίας τής Καρδιώτισσας[2], μετόχι τής μονής Βαρσαμόνερου. Σώζεται μόνον ο κατάγραφος ναός μέ αξιόλογες τοιχογραφίες με δυτική επίδραση.Το 1995 οι Βώροι αδελφοποιήθηκαν με τις κοινότητες Camblanes και Meynac[3] της Γαλλίας.

Η ΓρηγορίαΓρηγοριά) είναι χωριό και έδρα ομώνυμης Κοινότητος του Δήμου Φαιστού στην Περιφερειακή Ενότητα Ηρακλείου της Κρήτης. Ανήκε στην Επαρχία Πυργιωτίσσης του νομού Ηρακλείου. Η θέση του είναι στις νότιες υπώρειες του Ψηλορείτη. Βρίσκεται μεταξύ των χωριών Καμάρες, Μαγαρικάρι και Λαγολιό. Δυτικά έχει το όρος Κάρταλος (702μ)) ενώ ανάμεσά τους βρίσκεται και ο εγκατελειμένος οικισμός Τεμενέλι. Η απόστασή της από το Ηράκλειο είναι 74 χιλιόμετρα. Ναοί στο χωριό είναι αυτοί του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Αντωνίου. Λειτουργεί περιφερειακό ιατρείο. Οι κάτοικοι ασχολούνται με την ελαιοκαλλιέργεια και την κτηνοτροφία. Παράγονται γαλακτοκομικά προϊόντα και λάδι. Ιδιέταιρο ενδοιαφέρον παρουσιάζει το κάστρο του κουλε 1 χλμ ανατολικά του οικισμού καθώς και η πηγή τεμενέλι 300 μέτρα δυτικά. Πρώτη γραπτή  μνεία του οικισμού γίνεται σε έγγραφο του νοτάριου του Χάνδακα Μιχαήλ Μαρά χρονολογούμενο στις 2 Μαΐου 1549[1]. Στο έγγραφο αναφέρεται ο Ιωάννης Βατιανός του Φανουρίου με την ιδιότητα του κουράτορα του «χωρίου Γληγοριάς».  Ο οικισμός καταγράφεται ως Gligoria σε όλες τις βενετσιάνικες απογραφές. Από τον Francesco Barozzi το 1577, τον Pietro Castrofilaca το 1583 με 186 κατοίκους και τον Francesco Basilicata το 1630. Με την εσφαλμένη γραφή Gligokia αναφέρουν τον οικισμό στους χάρτες τους οι Nicolaus Visscher (1638), Vicenzo Coronelli (1689) και Georg Mattheus Seutter (1725 περίπου). Στις τουρκικές απογραφές του 1671 και 1672 καταγράφεται ως Gligorya με 31 χαράτσα. Στον Κώδικα των Θυσιών ο οικισμός αναφέρεται ως Ληγοριά και Γληκοριανά[2]. Στην αιγυπτιακή απογραφή του 1834 η Gligoria κατοικείται από 3 χριστιανικές και 18 μουσουλμανικές οικογένειες. Στην έκθεση ωμοτήτων του 1866 ο οικισμός καταγράφεται ως Γρηγοριά[3]. Το 1881 εντάσσεται στον Δήμο Κισσών ως Γληγοριά με 95 χριστιανούς και 89 μουσουλμάνους κατοίκους και θα παραμείνει στον ίδιο Δήμο με το ίδιο όνομα στην απογραφή του 1890 με 210 κατοίκους. Από την τουρκική περίοδο σήμερα διασώζεται μέρος του τουρκικού χαμάμ. Από το 1920 αποτελεί έδρα ομώνυμης κοινότητας, με 297 κατοίκους το 1920 και 303 το 1928. Από το 1940 ως σήμερα καταγράφεται ως Γρηγοριά. Το 1940 με 433 κατοίκους, το 1951 με 478, το 1961 με 425, το 1971 με 348, το 1981 με 332, το 1991 με 394 και το 2001 με 214 κατοίκους. Το 1998 εντάχθηκε στον «καποδιστριακό» Δήμο Τυμπακίου και από το 2011 στον «καλλικρατικό» Δήμο Φαιστού. Ένας πληροφορητής μου, ο 80χρονος Γληγοριανός Στυλιανός Χελιδώνης, επέμενε στην γραφή  Γρηγοριά και υποστηρίζει την ετυμολογία του οικισμού από τον «ήρωα Γρήγο, που έμενε στο Καμαραϊκό Σπήλαιο». Έτσι τους δίδαξε, είπε, ο δάσκαλος στο δημοτικό σχολείο.  Ο Σπανάκης ετυμολογεί το όνομα Γληγοριά από την ιδιωματική λέξη ογλήγορος, ογλήγορα, αντίστοιχο του αρχαίου ελληνικού εγρήγορος[4]. Ο Τωμαδάκης το θεωρεί αγιώνυμο, επίθετο της Παναγίας. Γρηγοριά = Γρηγορούσα (Παναγία)[5]. Σε έγγραφο του Δουκικού Αρχείου με ημερομηνία 21-3-1391, το οποίο δεν φαίνεται να έχει υπόψη του ο Τωμαδάκης και πιθανόν να έχει σχέση με τη Γληγοριά, γίνεται αναφορά σε κάποιον Marcus de Medio, ο οποίος έχει στην κατοχή του μια serventeria Latina στην Agiagligoria[6]. Στο Αγιολόγιο όμως της Ορθοδόξου Εκκλησίας[7] δεν αναφέρεται αγία με αυτό το όνομα, ούτε υπάρχει στον οικισμό (παλιό και νέο) εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία. Σε καμία εξάλλου περίπτωση το έγγραφο δεν ταυτίζει ρητά την Agiagligoria με τη Γληγοριά. Ωστόσο η  γραφή Gligoria των βενετσιάνικων απογραφών δεν είναι βέβαιο ότι αποδίδει την εκφορά του τοπωνυμίου ως Γληγοριά, επειδή στην ιταλική η συλλαβή gli αποδίδει το παχύ κρητικό λι. Τη σύγχυση αυτή συναντούμε και στην απόδοση του ονόματος του οικισμού Λίσταρος  της επαρχίας Καινουργίου, που αποδίδεται από τον Castrofilaca και τον Basilicata ως Glistaro (και όχι ως Listaro). Πιθανότατα, επομένως, πίσω από τη γραφή Gligoria να αποδίδεται το όνομα Ληγοριά. Αν υποθέσουμε ότι οι Οθωμανοί χρησιμοποίησαν τους βενετσιάνικους καταλόγους για τις ανάγκες της δικής του απογραφής, μετέγραψαν το όνομα του οικισμού ως Gligorya, καθιερώνοντας έτσι την παρουσία του αρχικού Γ (Γ-Ληγοριά). Ο τρόπος αυτός ονοματοθεσίας δεν είναι βέβαια συνηθισμένος, ωστόσο δεν είναι αδύνατος. Στον ίδιο οικισμό το επίσημο κράτος τροποποίησε και καθιέρωσε όχι μόνο στη δημόσια διοίκηση αλλά και στους νεώτερους των κατοίκων, σε λιγότερα από 25 χρόνια, τον τύπο Γρηγοριά (με ρ).  Σ’ αυτή την περίπτωση μια πιθανή εικασία για την προέλευση του τοπωνυμίου είναι η παραγωγή του από τις λέξεις ολίγη + ωριά (< οράω, -ώ) > Ολιγωριά > Λιγωριά, η περιοχή με λίγη, περιορισμένη θέα, χαρακτηρισμός που ανταποκρίνεται στην γεωγραφική θέση του οικισμού. Ανάλογο τοπωνύμιο προσδιοριστικό, αυτή τη φορά, της καλή θέας συναντούμε στον διπλανό οικισμό, το Μαγαρικάρι. Εκεί καταγράψαμε το τοπωνύμιο Καλή Ωριά, η (στη gαλή ν-Ωριά). Προς αυτή την ετυμολογική ερμηνεία συνηγορεί μάλλον η ύπαρξη του ίδιου τοπωνυμίου, στη Γληγοριά, της εδαφικής περιφέρειας των Ανωγείων. Αφορά σε μια περιοχή στο μέσον της  κλιτής ενός λόφου, η οποία έχει περιορισμένο ορίζοντα και «βλέπει» προς το μεγαλύτερο ρυάκι του ορεινού όγκου των Ανωγείων. Σήμερα οι κάτοικοι χρησιμοποιούν το όνομα Γρηγοριά,

Οι Καμάρες (επίσημο: αι Καμάραι) είναι χωριό και έδρα ομώνυμης Κοινότητος του Δήμου Φαιστού στην Περιφερειακή Ενότητα Ηρακλείου της Κρήτης. Ανήκε στην Επαρχία Πυργιωτίσσης του νομού Ηρακλείου. Βρίσκεται στους νότιους πρόποδες της Ίδης, σε μικρή απόσταση από την Γρηγοριά. Η ανάβαση προς το Ιδαίο Άντρο είναι εύκολη από το χωριό και αυτό γίνεται η αιτία μεγάλης προσέλευσης τουριστών τους καλοκαιρινούς, κυρίως, μήνες[2] Οι κάτοικοι ασχολούνται με τη γεωργία και με την κτηνοτροφία. Στο χωριό βρίσκονται οι εκκλησίες της Κοίμησης της Θεοτόκου και του Αγίου Γεωργίου. Παράγονται κυρίως λάδι και κτηνοτροφικά φυτά. Στο χωριό υπάρχει νηπιαγωγείο και Δημοτικό Σχολείο. ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ Στις ενετικές απογραφές αναφέρεται Camares. Το 1583 είχε 93 κατοίκους[3].Στα βορειοανατολικά του χωριού, στις πλαγιές του βουνού Σωρός, σε υψόμετρο 1.720 μ., βρίσκεται το Σπήλαιο Καμαρών. Στο σπήλαιο βρέθηκαν αγγεία του πρωτοανακτορικού ρυθμού. του 2.000 π.Χ., τα οποία χρησιμοποιήθηκαν από τους κατοίκους της Φαιστού για σπονδές προς μινωική θεότητα. Από το όνομα του χωριού πήρε το όνομα και το σπήλαιο και ο ρυθμός διακόσμησης των αγγείων (καμαραϊκός). Τα ευρήματα από το σπήλαιο αυτό μοιάζουν στα ευρήματα του σπηλαίου της Ειληθυίας στην Αμνισό και από αυτό συμπεραίνει κανείς ότι λατρευόταν η ίδια θεότητα στα δύο μέρη. Το σπήλαιο βρέθηκε το 1890 και ερευνήθηκε από Ιταλούς αρχαιολόγους. Εξερευνήθηκε το 1913 από την Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή. Το χωριό καταστράφηκε ολοσχερώς από τους Γερμανούς κατά την περίοδο της Κατοχής, μαζί με το Μαγαρικάρι και τη Λοχριά.

Ο  (Τοπική Κοινότητα Καμηλαρίου – Δημοτική Ενότητα ΤΥΜΠΑΚΙΟΥ) ανήκει στον δήμο ΦΑΙΣΤΟΥ της Περιφερειακής Ενότητας ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ που βρίσκεται στην Περιφέρεια Κρήτης, σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας όπως διαμορφώθηκε με το πρόγραμμα “Καλλικράτης”.Η επίσημη ονομασία είναι “ο Άγιος Ιωάννης”. Έδρα του δήμου είναι οι Μοίρες και ανήκει στο γεωγραφικό διαμέρισμα Κρήτης.

Το Καλαμάκι (Τοπική Κοινότητα Καμηλαρίου – Δημοτική Ενότητα ΤΥΜΠΑΚΙΟΥ) ανήκει στον δήμο ΦΑΙΣΤΟΥ της Περιφερειακής Ενότητας ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ που βρίσκεται στην Περιφέρεια Κρήτης, σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας όπως διαμορφώθηκε με το πρόγραμμα “Καλλικράτης”. Η επίσημη ονομασία είναι “το Καλαμάκιον”. Έδρα του δήμου είναι οι Μοίρες και ανήκει στο γεωγραφικό διαμέρισμα Κρήτης. Κατά τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας με το σχέδιο “Καποδίστριας”, μέχρι το 2010, το Καλαμάκι ανήκε στο Τοπικό Διαμέρισμα Καμηλαρίου, του πρώην Δήμου ΤΥΜΠΑΚΙΟΥ του Νομού ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ. Το Καλαμάκι έχει υψόμετρο 0 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, σε γεωγραφικό πλάτος 35,0264763463 και γεωγραφικό μήκος 24,7576948408

Το Καμηλάρι(ο) (επίσημο: Καμηλάριον) είναι χωριό και έδρα ομώνυμης Κοινότητος του Δήμου Φαιστού στην Περιφερειακή Ενότητα Ηρακλείου της Κρήτης. Ανήκε στην Επαρχία Πυργιωτίσσης του νομού Ηρακλείου. Κύρια ασχολία των κατοίκων είναι η γεωργία και λιγότερο η κτηνοτροφία. Η απόσταση του χωριού από το Ηράκλειο είναι 67,4 χλμ. Στο χωριό οργανώνεται το τοπικό καρναβάλι, τοπικό πανηγύρι στις 27 Ιουλίου του Αγίου Παντελεήμονα και στις 6 Αυγούστου Δεσπότη Χριστού (υπάρχει ο ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος), ενώ αναβιώνουν και έθιμα όπως το κάψιμο του Ιούδα το Πάσχα. ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ Ο οικισμός κατοικείται από τα Μινωικά Χρόνια. Στο Μετόχι , έναν μικρό οικισμό κοντά στο Καμηλάρι, έζησε ένας από τους Επτά σοφούς της αρχαιότητας, ο Επιμενίδης. Στα βόρεια του χωριού 2,5 χλμ. στη θέση Γρήγορη Κορφή βρέθηκε κτιστός αποθέτης με ειδώλια και επίσης ανακαλύφθηκε πρωτογεωμετρικός τάφος στη θέση Αλισαντράκι. Το παλιό χωριό κτίστηκε στο λόφο Εύγορα, ώστε να διασφαλιστεί η άμυνα του πληθυσμού από τις επιδρομές των Τούρκων και των πειρατών. Η ονομασία του προέρχεται από το βυζαντινό επώνυμο Καμηλάρης=οδηγός καμήλας, δηλαδή το χωριό του καμηλάρη. Το 1583 στον Καστροφύλακα αναφέρεται με την ονομασία Camilari με 77 κατοίκους[2] Κατά την Τουρκοκρατία, ο Άγιος Ιωάννης έγινε γνωστό ως το χωριό του αιμοσταγούς γενίτσαρου Αγριολίδη. Στον Άγιο Ιωάννη βρίσκεται ο ναός του Αγίου Παύλου, ο τρούλος του οποίου χρονολογείται από το 14ο αιώνα και έχει τοιχογραφίες.

Το Κλήμα είναι χωριό και έδρα ομώνυμης Κοινότητος του Δήμου Φαιστού στην Περιφερειακή Ενότητα Ηρακλείου της Κρήτης. Ανήκε στην Επαρχία Πυργιωτίσσης του νομού Ηρακλείου. Βρίσκεται σε υψόμετρο 140 μ. Η απόστασή του από το Ηράκλειο είναι 70 χλμ. Οι κάτοικοι του Κλήματος ασχολούνται κυρίως με την καλλιέργεια της ελιάς και των πρωίμων κηπευτικών, όπως επίσης και με την κτηνοτροφία. Στο χωριό βρίσκεται ναός αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου.

Το Λαγολιό (επίσημο: Λαγολίον) είναι χωριό και έδρα ομώνυμης Κοινότητος του Δήμου Φαιστού στην Περιφερειακή Ενότητα Ηρακλείου της Κρήτης. Ανήκε στην Επαρχία Πυργιωτίσσης του νομού Ηρακλείου. Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του 2011 ο πληθυσμός του ανέρχεται στους 54 μόνιμους κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία. Το Λαγολιό είναι κτισμένο σε υψόμετρο 180 μέτρων και απέχει 68 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά από την πόλη του Ηρακλείου και περίπου 5 χλμ βόρεια του Τυμπακίου. Οι κεντρικοί ναοί του Λαγολιού είναι αφιερωμένοι στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και στον Άγιο Κωνσταντίνο και στην Αγία Ελένη, ενώ οι άλλοι δύο ναοί του χωριού είναι αφιερωμένοι στον Άγιο Ιωάννη (νεκροταφείο) και στον Αρχάγγελο Μιχαήλ. Ο οικισμός δεν αναφέρεται σε καμιά από τις βενετσιάνικες απογραφές. Για πρώτη φορά αναφέρεται στην τουρκική απογραφή του 1671 ως Laguilyo με 6 χαράτσα. Πιθανότατα οι κάτοικοι των γειτονικών οικισμών Κάρταλλος και Μουρνίδι μετακινούνται νοτιότερα και ιδρύουν το νέο οικισμό. Ο Κάρταλλος δεν αναφέρεται μετά την απογραφή του 1583 από τον Pietro Castrofilaca και το Μουρνίδι μετά την τουρκική απογραφή του 1671. Στην αιγυπτιακή απογραφή του 1834 καταγράφεται ως Lagolio  με 2 χριστιανικές και 4 μουσουλμανικές οικογένειες. Το 1881 το Λαγολιό εντάσσεται στον Δήμο Κισσών με 54 χριστιανούς και 21 μουσουλμάνους κατοίκους και το 1900 στον ίδιο Δήμο με 105 κατοίκους. Το 1920 πάλι ως Λαγολιό εντάσσεται στον αγροτικό Δήμο Γρηγοριάς με 111 κατοίκους και το 1928 στην κοινότητα  Κλήματος με 111 κατοίκους. Το 1940 το Λαγολίον γίνεται έδρα κοινότητας με 136 κατοίκους, το 1951 με 160, το 1961 με 158, το 1971 με 142, το 1981 με 150, το 1991 με 161 και το 2001 με 102. Το 1998  εντάχθηκε στον «καποδιστριακό» Δήμο Τυμπακίου και από το 2011 στον «καλλικρατικό» Δήμο Φαιστού. Μέχρι πρότινος οδική πινακίδα στο Τυμπάκι επέμενε να κατευθύνει τους οδηγούς στο … Λαγόλιον! Ο Γ. Μαλεφιτσάκης υποστηρίζει ότι το τοπωνύμιο προέρχεται από τις λέξεις λαγκός + ελιές > Λαγκοελιές  > Λαγκολιές. Από τη  γενική πληθυντικού των Λαγκοελιών > των Λαγκολιών  > Λαγολιών > Λαγολιό. Ο δάσκαλος Αντώνιος Φωτάκης, με καταγωγή από το Λαγολιό, όταν στις 8 Απριλίου του 1953, ανταποκρινόμενος στο αίτημα της Εταιρίας Κρητικών Ιστορικών Μελετών, συμπλήρωνε τον πίνακα των τοπωνυμίων, σημείωσε: «Λαγωλιό, Χωρίον. Παλαιόθεν ἡ περιοχή ἦτο δάσος εἰς τό ὁποῖον εὑρίσκετο ἄφθονον κυνήγιον λαγωῶν, ἐξ ὧν ἔλαβε τό ὄνομα Λαγωλιό». Έτσι ερμηνεύεται η επιλογή της γραφής με ω, καθώς το τοπωνύμιο παραπέμπει στον λαγό. Προς αυτή την κατεύθυνση συνηγορεί η ύπαρξη του τοπωνυμίου στα Λαγουδοτζάμια, η οποία θεωρώ ότι παράγεται από το Λαγουδοτζαμιά > λαγός + τζαμί (= τζαμί στην περιοχή των λαγών). Πιθανότατα στην περιοχή υπήρχε τζαμί για τη συγκέντρωση των μουσουλμάνων κατοίκων των γειτονικών μικρών οικισμών. Παρόμοιο τοπωνύμιο στο Τζαμικό διατηρείται τόσο στις Καμάρες και στη Γληγοριά. Διασώζεται επίσης μια τοπική παραλλαγή ενός παιδικού παραδοσιακού τραγουδιού στην οποία ο λαϊκός ποιητής το προσάρμοσε στα τοπωνύμια της περιοχής και «παίζει» με την ίδια ρίζα: «Ο Γιάννης το κακογιανννιό, το πιπιρογιαννάκι / στο Λαγωλειό λαγώνευγε  κι ήπιασε ᾽να μ-πουλάκι…»[2]. Ο λαϊκός ποιητής, είτε για να δημιουργήσει παρήχηση του λαγω-,  είτε επειδή είχε επίγνωση του ετύμου του τοπωνυμίου, χρησιμοποίησε το ρήμα λαγωνεύω, που σημαίνει κυνηγώ λαγούς. Μια τελευταία ετυμολογική προσέγγιση, από το φιλόλογο Γεώργιο Πλεμένο, που με ευχαρίστηση ανέλαβε τη ανάγνωση των κειμένων αυτής της εργασίας, είναι η σύνδεση του Λαγωλειού με το λαγωβολείον, τον χώρο στον οποίο θηρεύονται λαγοί[3].  Λαγωβολείον > με αποβολή της συλλαβής βο> Λαγωλείον > Λαγωλειό. Για τον υποβιβασμό του τόνου (πρβλ. σχολείο-σχολειό). Προς την κατεύθυνση αυτή συνηγορεί η απογραφή του 1672. Επειδή χρησιμοποιείται η παλαιοτουρκική γραφή, δεν αποτυπώνεται ξεκάθαρα η φωνητική εκφορά του ονόματος του οικισμού εκείνη την περίοδο. Το τοπωνύμιο θα μπορούσε να αποδοθεί ως Lağu alyo ή Lağu elyo (δυο λέξεις), αλλά και Lağovalyo ή Lağuvalyo. Σε κάθε περίπτωση στο τοπωνύμιο Λαγωλειό επιβάλλεται να αναγνωρίσουμε στο πρώτο συνθετικό το ουσιαστικό λαγωός > λαγός και ότι ως προσδιοριστικό του τόπου με κατάληξη σε –είo, πρέπει να γραφεί με ει: Λαγωλείον > Λαγωλειό (πρβ. σχολείο > σχολειό) Σήμερα έχει κυριαρχήσει ο ανορθόγραφος τύπος Λαγολιό (στο Λαγολιό), και οι κάτοικοι αποκαλούνται Λαγολιανοί. Στους χάρτες της Υδρογραφικής Υπηρεσίας αναγράφεται Λαγόλι!!!

Ο Καλοχωραφίτης είναι οικισμός της Κοινότητος Μαγαρικαρίου του Δήμου Φαιστού στην Περιφερειακή Ενότητα Ηρακλείου της Κρήτης. Ανήκε στην Επαρχία Πυργιωτίσσης του νομού Ηρακλείου. Απέχει 64 χιλιόμετρα από το Ηράκλειο και βρίσκεται σε υψόμετρο 280 μέτρων. Το τοπωνύμιο είναι πατριδωνυμικό. Παράγεται από τις λέξεις καλό + χωράφι και το επίθημα –ίτης δηλωτικό της καταγωγής > Καλοχωραφίτης = ο καταγόμενος από το Καλό Χωράφι. Πιθανότατα αναφέρεται στον πρώτο οικιστή της περιοχής Καλό Χωράφι. Αργότερα το πατριδωνυμικό μετατρέπεται σε τοπωνύμιο Καλοχωραφίτης και οι κάτοικοί του αποκαλούνται Καλοχωραφιθιανοί. Στην εμπρόθετη μορφή του γίνεται στο gαλοχωραφίτη και στου Καλοχωραφίτη. ΙΣΤΟΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ  Για πρώτη φορά γίνεται μνεία του οικισμού σε συμβόλαιο του ταβουλλάριου Μανουήλ Μορζήνου στις 28 Ιανουαρίου 1399, στο οποίο ο Κωστής Έντζος από το χωριό Καλ(ό) Χοράφη ανακηρύσσει κληρονόμο του τον γιο του Νικόλαο Έντζο. «Γεμάτην καί ἀπαραίτητον | σεγουρτάδαν καί ἀφυέρωσιν πιώ ἐγο Κοστῆς ὁ Ἔντζος κατ(οικούμενος) στο χορηον Καλ(ό) Χοράφη πρός ἐσέ τόν πανφήλτατό μου υἱόν τόν Νικόλ(αον) Ἔντζον κατ(οικούμενον) ος ιρυτε». (Το χωριό Καλό Χωράφι κατά τον Μανούσακα πιθανόν να ταυτίζεται με τον Καλοχωραφίτη) Με το ίδιο όνομα Calo Chorafi εμφανίζεται σε έγγραφο χρονολογούμενο στις 1 Οκτώβρη 1454. Πρόκειται για μια απόφαση του ρέκτορα των Χανίων, που αφορά στην αποτυχημένη εξέγερση του Παύλου Βλαστού (1453-1454). Συγκεκριμένα ο Ανδρέας De Graecis, ο οποίος παρέδωσε στις βενετσιάνικες αρχές τον ιερέα Παύλο Καλύβα, έναν από τους βασικούς πρωτεργάτες της επανάστασης, ζητά ως αντάλλαγμα για τις προσφερθείσες υπηρεσίες του την παραχώρηση αμνηστίας στο κατάδικο Φραγκίσκο Gradonico, ο οποίος δολοφόνησε το Γεώργιο Κάλβο, γιο του Μιχαήλ. Ο Γεώργιος Κάλβος, ενόσω ζούσε, κατοικούσε στο χωριό Καλό Χωράφι, ως βιλλάνος του κρητικού δούκα Καλλέργη: «pro homicidio per eum perpetrato in personam Georgii Calvi, filii Micaelis, villani de cha Calergi, olim habitatoris in casali Calo Chorafi». (Και ο Σπανάκης θεωρεί ότι αναφέρεται και στις δυο περιπτώσεις στον Καλοχωραφίτη) Ο οικισμός αναφέρεται στην καστελανία της Πυργιώτισσας από τον Francesco Barozzi το 1577 ως Caloghorafici, το 1583 από τον Pietro Castrofilaca ως Caloghorafiti με 108 κατοίκους και από τον Francesco Basilicata το 1630 ως Calochorafiti. Από την περίοδο αυτή σώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση – παρόλο που κατακάηκε το 1866 – το ολόγραφο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου του Μεθυστή , νοτίως του οικισμού Κάτω Μετόχι, αγιογραφημένο με την τεχνική του a fresco, το πρώτο μισό του 15ου αιώνα. Στις τουρκικές απογραφές του 1671 και 1672 καταγράφεται Kalohorafiti με 5 υπόχρεους σε φορολογία κατοίκους, ενώ στην αιγυπτιακή απογραφή του 1834 αναφέρεται Kalochorafi με 4 χριστιανικές και 4 μουσουλμανικές οικογένειες. Το 1881 ο Καλοχωραφίτης, που τότε συνίστατο σε τρεις συνοικισμούς (Κάτω Μετόχι, Μέση, Πίσω Ρούμα) είναι ενταγμένος στο δήμο Κισσών με 28 χριστιανούς και 43 μουσουλμάνους κατοίκους. Στον ίδιο δήμο καταγράφεται και το 1900 με 47 κατοίκους. Από τους τρεις συνοικισμούς του Καλοχωραφίτη μόνο το Κάτω Μετόχι σώζεται σε ερειπιώδη κατάσταση. Τα άλλα δυο τοπωνύμια είναι άγνωστα για τους κατοίκους της περιοχής.

Οι Κισσοί (Τοπική Κοινότητα Μαγαρικαρίου – Δημοτική Ενότητα ΤΥΜΠΑΚΙΟΥ) ανήκουν στον δήμο ΦΑΙΣΤΟΥ της Περιφερειακής Ενότητας ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ που βρίσκεται στην Περιφέρεια Κρήτης, σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας όπως διαμορφώθηκε με το πρόγραμμα “Καλλικράτης”.Η επίσημη ονομασία είναι “οι Κισσοί”. Έδρα του δήμου είναι οι Μοίρες και ανήκουν στο γεωγραφικό διαμέρισμα Κρήτης.Κατά τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας με το σχέδιο “Καποδίστριας”, μέχρι το 2010, οι Κισσοί ανήκαν στο Τοπικό Διαμέρισμα Μαγαρικαρίου, του πρώην Δήμου ΤΥΜΠΑΚΙΟΥ του Νομού ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ.Οι Κισσοί έχουν υψόμετρο 274 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, σε γεωγραφικό πλάτος 35,097286407 και γεωγραφικό μήκος 24,8301472092. Οδηγίες για το πώς θα φτάσετε στους Κισσούς θα βρείτε εδώ.

Το Μαγαρικάρι (επίσημο: Μαγαρικάριον) είναι χωριό και έδρα ομώνυμης Κοινότητος του Δήμου Φαιστού στην Περιφερειακή Ενότητα Ηρακλείου της Κρήτης. Ανήκε στην Επαρχία Πυργιωτίσσης του νομού Ηρακλείου. Βρίσκεται στις νοτιοδυτικές προσβάσεις του Ψηλορείτη, με πανοραμική θέα. Η κύρια απασχόληση των κατοίκων είναι η ελαιοκαλλιέργεια . Παράγει λάδι και αμύγδαλα τσουνάτα. Στο Μαγαρικάρι βρίσκονται οι ιεροί ναοί του Μιχαήλ Αρχαγγέλου, του Τιμίου Σταυρού, της Παναγίας Κεράς και του Αγίου Νεκταρίου. Στον οικισμό λειτουργούν νηπιαγωγείο και Δημοτικό Σχολείο. ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ Το χωριό αναφέρεται Magaricari σε απογραφή του 1583 οπότε είχε 140 κατοίκους (Καστροφύλακας, Κ 100). Στην περίοδο της Κατοχής από τους Γερμανούς καταστράφηκε εντελώς και συνελήφθησαν ως όμηροι 47 από τους κατοίκους, οι οποίοι πνίγηκαν τον Ιούνιο του 1944 όταν τορπιλίστηκε το πλοίο Τάναϊς που τους μετέφερε στον Πειραιά. Στις ενετικές απογραφές αναφέρονται και οι άλλοι οικισμοί: ο Καλοχωραφίτης Caloghorafiti με 108 κατ. (Καστροφύλακας Κ 100) και οι Κισσοί (Chissus) με 157 κατοίκους το 1583. Στο Μαγαρικάρι γεννήθηκε ο γνωστός[2] αντιστασιακός Πετρακογιώργης.

Τα Μάταλα είναι παραθαλάσσιος οικισμός της Κοινότητος Πιτσιδίων του Δήμου Φαιστού στην Περιφερειακή Ενότητα Ηρακλείου της Κρήτης. Ανήκε στην Επαρχία Πυργιωτίσσης του νομού Ηρακλείου. Η παραλία των Ματάλων κατοικούνταν από την αρχαιότητα, ενώ έγινε διάσημη ως τόπος παραμονής χίπηδων τις δεκαετίες ’60 και ’70. Το χωριό προηγουμένως ήταν ένα ψαροχώρι ενώ σήμερα ζει κυρίως από τον τουρισμό. Υπάγεται στο Δημοτικό διαμέρισμα Πιτσιδίων του Δήμου Τυμπακίου. Η απόστασή του από το Ηράκλειο είναι 70,6 χιλιόμετρα. ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ Τα Μάταλα ήταν επίνειο της Φαιστού κατά τη μινωική περίοδο και της Γόρτυνας κατά τη ρωμαϊκή. Από τη θάλασσα διακρίνονται ίχνη του αρχαίου οικισμού. Εδώ ναυάγησαν τα πλοία του Μενελάου (Η λισσή αιπεία τε εις άλα πέτρη, Οδύσ. γ 293) και πιστεύεται ότι ήταν το ακρωτήριο Νύσος μεταξύ των όρμων Κομμού- Ματάλων. Στα βενετικά έγγραφα αναφέρεται ο ναός της Παναγίας (La Madonna di Matala), στην είσοδο του οποίου υπάρχει η επιγραφή Πλύνετε την κεφαλήν και καθαρίσατε τους πόδας και έπειτα εισέλθητε εις τον ιερόν τούτον οίκον. Στην απόκρημνη ακτή του χωριού υπάρχουν τεχνητοί σπηλαιώδεις χώροι (και υποβρύχια σπήλαια), λαξευμένοι στο βράχο. Λέγεται ότι ήσαν τάφοι. Μερικοί όμως έχουν δωμάτια, κλίμακες, παράθυρα και προστώα. Έτσι φαίνεται ότι κάποτε χρησιμοποιήθηκαν ως κατοικίες. Οι κλίνες μοιάζουν με τους τάφους των Ετρούσκων. Σπηλιά στα Μάταλα: Οι σπηλιές παρέμειναν άδειες για χιλιάδες χρόνια μέχρι τη δεκαετία του ’60 που περιπλανώμενοι χίπηδες τις ανακάλυψαν και τις κατοίκησαν για κάποια περίοδο.[1] Ανάμεσα σε αυτούς που πέρασαν από εκεί ήταν η Καναδέζα δημιουργός Τζόνι Μίτσελ,[2] η οποία απαθανάτισε την εμπειρία της στο τραγούδι «Carey» και ο Δημήτρης Πουλικάκος.[3] Την περίοδο της χούντας με αίτημα του Μητροπολίτη Γορτύνης εκδιώχθηκαν προσωρινά οι τουρίστες από τα σπήλαια. Οι σπηλιές φαίνεται να έκλεισαν οριστικά γύρω στο 1977.[4]

Τα Πιτσίδια είναι χωριό και έδρα ομώνυμης Κοινότητος του Δήμου Φαιστού στην Περιφερειακή Ενότητα Ηρακλείου της Κρήτης. Ανήκε στην Επαρχία Πυργιωτίσσης του νομού Ηρακλείου. Είναι κτισμένο σε υψόμετρο 80 μέτρων σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα του κόλπου της Μεσσαράς, και συγκεκριμένα 1,7 χλμ από τον όρμο του Κομμού και 2 χλμ από τον κόλπο των Ματάλων. Οι κύριες ασχολίες των κατοίκων είναι ο τουρισμός, η γεωργία (ελαιόλαδο, αμπελοκαλλιέργεια, οινοπαραγωγή), η κτηνοτροφία και η αλιεία. Στον οικισμό λειτουργούν νηπιαγωγείο και Δημοτικό σχολείο. Στο χωριό βρίσκεται και το Ιππικό κέντρο ‘Μελανούρη’ που οργανώνει εκδρομές σε πολλές κοντινές παραλίες και άλλες περιοχές όπως το Αγιοφάραγγο και η κοιλάδα Μεσσαράς. Υπάρχουν οι ιεροί ναοί του Αγίου Γεωργίου, της Αγίας Παρασκευής, της Αγίας Βαρβάρας, του Αγίου Ιωάννη, του Αγίου Παντελεήμονος στο όρμο Κομμό και του Αγίου Στεφάνου. ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ Είναι το παλιότερο χωριό της περιοχής και αναφέρεται από τον ιστορικό Στέργιο Σπανάκη σαν το τόπο εγκατάστασης των στρατιωτών του Νικηφόρου Φωκά, διοικητή του Βυζαντινού στρατού.[1]. Στους στρατιώτες του Νικηφόρου Φωκά οφείλει το χωριό τη σημερινή του ονομασία. Οι στρατιώτες του Νικηφόρου Φωκά κατάγονταν από την Πισιδία στα νότια της Μικράς Ασίας και ήταν γενναίοι μαχητές. Έδωσαν, λοιπόν, το όνομα της χώρας τους, Πισιδία, στο χωριό. Αναφέρεται στον Καστροφύλακα (Κ100) με 89 κατοίκους και το όνομα Pizzidhia το 1583. Ονομαστοί για την ανδρεία τους ήταν και οι κάτοικοι του χωριού, οι οποίοι κατά την παράδοση, εξόντωσαν τους Τριαμάτες στο Σκιλλοχωριό

Ο Σίβας είναι χωριό και έδρα ομώνυμης Κοινότητος του Δήμου Φαιστού στην Περιφερειακή Ενότητα Ηρακλείου της Κρήτης. Ανήκε στην Επαρχία Πυργιωτίσσης του νομού Ηρακλείου. Βρίσκεται στη νοτιοδυτική άκρη της πεδιάδας της Μεσαράς, εις υψόμετρο 110 μέτρων. Οι κάτοικοι ασχολούνται με τη γεωργία. Η απόστασή του από το Ηράκλειο είναι 62 χλμ. Μέσα στο χωριό βρίσκεται ο ιερός ναός του Αγ. Ιωάννου Προδρόμου και τα εξωκλήσια του Αγίου Νικολάου, της Αγίας Μαρίνης, του Αγίου Σπυρίδωνος, του Προφήτη Ηλία και του Αγίου Γεωργίου. Έχει νηπιαγωγείο, Δημοτικό Σχολείο, περιφερειακό ιατρείο και το σωματείο Χριστιανική Εστία Σίβας. Κοντά στο χωριό (αλλά στην Κοινότητα Πηγαϊδακίων) βρίσκεται και η Ιερά Μονή Παναγίας Οδηγήτριας.[1] Παλαιότερα υπαγόταν στην Επαρχία Πυργιωτίσσης. Ως προς το όνομα του χωριού, έχει επικρατήσει σήμερα το αρσενικό και όχι το παλαιότερο θηλυκό Σίβα, για να μη γίνεται σύγχυση με την άλλη Σίβα (στην Επαρχία Μαλεβιζίου) στο Ηράκλειο. ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ Το χωριό είναι γενέτειρα του οσίου Ιωάννου του Ξένου[2], ο οποίος εργάστηκε για την αναζωπύρωση της Ορθοδοξίας στην Κρήτη μετά την απελευθέρωσή της από τους Σαρακηνούς από το Νικηφόρο Φωκά το 961. Συνεπώς το χωριό υπήρχε τότε. Τον τόπο γεννήσεως του αγίου τον ονομάζουν σήμερα Τζοβαέρη (από το τουρκ. Cevahir=διαμάντι). Ο Άγιος Ιωάννης έδρασε στη δυτική Κρήτη και ίδρυσε τη Μονή της Θεοτόκου στα Μυριοκέφαλα Ρεθύμνης και τη Μονή της Κυρίας των Αγγέλων, τη γνωστή με το όνομα Καθολικό, όπου μόνασε στο παρακείμενο σπήλαιο και πέθανε μέσα σε αυτό, στις 7 Οκτωβρίου, οπότε γιορτάζεται η μνήμη του. Κοντά στο χωριό Κουφός της Κυδωνίας σώζεται η εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, με ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό τύπο, την οποία ίδρυσε ο εν λόγω άγιος και είναι γνωστή ως Αϊ Κυρ Γιάννης. Το χωριό υπάγεται σήμερα στα Τοπόλια Κισάμου. Σε συμβόλαια του 1271 γίνεται γραπτή μνεία στο Σίβα: Stephanus Sclavus habitator in casali nomine Sciva dare tenetur Nicolao…mensuras boni frumenti cretensis 74… (A. Lombardo, Documenti della colonia veneziana di Creta, p. 114). Το γεγονός ότι στο ανωτέρω συμβόλαιο αναφέρεται οφειλή σίτου μας κάνει να υποθέσουμε ότι πρόκειται για το Σίβα Μεσαράς. Από το Σίβα καταγόταν και ο οπλαρχηγός Ιωάννης Σκουντής ή Στεφανάκης, ο οποίος πολέμησε υπό την αρχηγία του Μιχαήλ Κουρμούλη κατά την Επανάσταση του 1821, στην Πελοπόννησο υπό τον Κολοκοτρώνη και έλαβε μέρος στην Επανάσταση του 1866. Το τοπωνύμιο Σίβα απαντάται δύο φορές στο νομό Ηρακλείου και είναι άγνωστη η σχέση του με τον Σίβα, θεό των Ινδών. Υπάρχουν διάφορες εκδοχές για την προέλευση του ονόματος με επικρατέστερη αυτή της ύπαρξης άφθονων φυσικών πηγών στην περιοχή ( από την αραβική λέξη siva, [3]που σημαίνει πηγή).

Η Μονή της Παναγίας της Καλυβιανής βρίσκεται σε υψόμετρο 80μ περίπου 60χλμ νότια από το Ηράκλειο, κοντά στις Μοίρες,  στην επικράτεια του χωριού Καλύβια. Είναι σχετικά νέα μονή η οποία κτίστηκε γύρω από το καθολικό του 14ου αιώνα, το οποίο ήταν κι αυτό καθολικό του πιο παλιάς μονής. Ο σημερινός μεγάλος κεντρικός ναός κτίστηκε το 1924 με αφορμή την εύρεση της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας το 1873. Ο νεότερος ναός είναι τρίκλιτος με τα κλίτη αφιερωμένα στο Γενέσιο (8 Σεπτεμβρίου), τον Ευαγγελισμό (25 Μαρτίου) και την Κοίμηση της Θεοτόκου (15 Αυγούστου). Περιμετρικά του ναού διατάσσονται οι ξενώνες που αποτελούνται από παλιά και νεότερα κτίρια (μετά το 1950). Επίσης στο συγκρότημα ανήκει ο ναός του οσίου Χαράλαμπου, ο οποίος ασκήτευσε στη μονή, και εορτάζει στις 23 Αυγούστου, και στο εσωτερικό του βρίσκονται τάφοι. 

Το σημαντικότερο μνημείο του μοναστηριού είναι ο κατάγραφος ναός του 14ου αιώνα που είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου (εορτ. 15 Αυγούστου) και βρίσκεται ανατολικά και δίπλα στο μεγάλο ναό. Οι εσωτερικές επιφάνειες διασώζουν τοιχογραφικό διάκοσμο με σκηνές του χριστολογικού κύκλου και τις Αγίους Δέκα, τους ντόπιους αγίους της Μεσαράς. Επίσης ο ναός φέρει εντυπωσιακό κτιστό τέμπλο με τοιχογραφία του Ιησού.

Η Καλυβιανή αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για τα άλλα μοναστήρια, καθώς προσφέρει τεράστιο κοινωνικό έργο και στεγάζει πολλά φιλανθρωπικά ιδρύματα. Από το 1956, ο δραστήριος μητροπολίτης Γορτύνης και Αρκαδίας Τιμόθεος Παπουτσάκης δημιούργησε μια Χριστιανική Πολιτεία με κέντρο το μοναστήρι, κτίζοντας ορφανοτροφείο, γηροκομείο, οικοκυρική σχολή, ίδρυμα νεανίδων, δημοτικό σχολείο, νηπιαγωγείο, κατασκηνώσεις, εργαστήρια υφαντικής, πλεκτικής και ιεροραπτικής, μουσείο κ.α.

Η Φανερωμένη είναι χωριό και έδρα ομώνυμης Κοινότητος του.

Κύρια ασχολία των κατοίκων είναι η γεωργία.[2] Ο κεντρικός ναός είναι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου[3], ενώ στη μία είσοδο του οικισμού υπάρχει η δίκλιτη εκκλησία των Αγίων Αντωνίου και Αγίου Νεκταρίου και στην άλλη η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη. Στον οικισμό λειτουργούσαν Νηπιαγωγείο και Δημοτικό Σχολείο, τα οποία σήμερα έχουν συγχωνευτεί με τα γειτονικά σχολεία του οικισμού Βώροι.

Εκτός από την έδρα της, η Κοινότητα Φανερωμένης περιλαμβάνει και τους οικισμούς Καλύβια και Μονή Καλυβιανής.

Το σπήλαιο της Φανερωμένης χρησιμοποιήθηκε ως χώρος λατρείας, από τα υστερομινωικά χρόνια ως τους ρωμαϊκούς χρόνους. Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν σε αυτό αρκετά αρχαιολογικά ευρήματα.

Τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκε ένα τεχνητό φράγμα για την άρδευση της περιοχής. Αυτό βρίσκεται στα σύνορα με τους οικισμούς Γαλιά και Σκούρβουλα.

Μέσω της επίσημης διαδικτυακής πύλης του Δήμου Φαιστού μπορείτε να είστε ενημερωμένοι για όλα όσα συμβαίνουν.

Χρήσιμα Links

Επικοινωνία

Πάροδος 25ης Μαρτίου 1, Μοίρες, 70400, Ηράκλειο

Ώρες Κοινού:

Δευ – Παρ: 8:00 – 14:00

Δήμος Φαιστού © 2023. All Rights Reserved

Μετάβαση στο περιεχόμενο